ἐκθηλύνουσι

ἐκθηλύνουσι
ἐκθηλύ̱νουσι , ἐκθηλύνω
soften
aor subj act 3rd pl (epic)
ἐκθηλύ̱νουσι , ἐκθηλύνω
soften
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
ἐκθηλύ̱νουσι , ἐκθηλύνω
soften
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • εκθηλύνω — (AM ἐκθηλύνω) 1. (για άντρα) καθιστώ κάποιον θηλυπρεπή 2. εκθηλύνομαι αποκτώ συμπεριφορά και διαγωγή γυναίκας αρχ. 1. κάνω κάποιον ασθενικό, χαύνο 2. γραμμ. μετατρέπω σε θηλυκό γένος («Ἴωνες... τὰς ἀγέλας ἐκθηλύνουσι... τὰς ἵππους καὶ τὰς ὄνους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”